Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

Κεφάλαιο 1: Ο Καθηγητής και η γάτα

«Πριγκίπισσα Έλενα! Μικρή πριγκίπισσα Έλενα!» Τα σκονισμένα μάρμαρα του παλατιού αντιλαλούσαν από τις φωνές του Καθηγητή Ρουβίκωνα, του Πριγκηπικού Παιδαγωγού, μαζί με τον ήχο από τις παντόφλες του που πάφλαζαν στο πάτωμα καθώς έτρεχε, αγκομαχώντας και βαριανασαίνοντας, με όλη τη σβελτάδα που του χάριζαν τα εκατόν τριάντα κιλά και η τεράστια κοιλιά του. «Μικρή πριγκίπισσα Έλενα! Μην κρύβεσαι, πρέπει να σου μιλήσω!»
Ξαφνικά, μια πόρτα άνοιξε στα αριστερά του και ξεπρόβαλε ένα πριγκηπικό κεφαλάκι. «Πρώτα πρώτα, δεν είμαι η μικρή πριγκίπισσα Έλενα. Είμαι η πριγκίπισσα Έλενα. Ίσως ξεχνάς ότι οι αδελφές μου δε βρίσκονται πια εδώ». Δεκατεσσάρων χρονών πια, η Έλενα ήταν ψηλόλιγνη, με μακριά κατάμαυρα μαλλιά, πάντα λυμένα, που έφταναν σχεδόν μέχρι τη μέση της, κάτασπρο δέρμα και κάτι περίεργα γκρίζα μάτια που άλλαζαν χρώματα ανάλογα με τη διάθεσή της. «Και είμαι αρκετά μεγάλη!»
Ο Καθηγητής σταμάτησε απότομα, η κοιλιά του συνέχισε για λίγο να κινείται προς τα μπρος, κι’ έτσι παρά λίγο να χάσει την ισορροπία του και να κυλήσει μέχρι το τέλος του διαδρόμου σαν μπάλλα – όπως είχε συμβεί αρκετές φορές στο παρελθόν μετά από απότομες εμφανίσεις της Έλενας. Είχε αρχίσει να υποψιάζεται πως το μικρό διαβολάκι πεταγόταν επίτηδες έτσι ξαφνικά στο δρόμο του. Αυτή τη φορά, πάντως, στάθηκε τυχερότερος και αφού ταλαντεύτηκε για λίγο ξαναήρθε στα ίσα του, έστω και λαχανιασμένος.
Αφού για αρκετή ώρα προσπάθησε να ξαναβρεί την ανάσα του, έβγαλε ένα πανάκι από την τσέπη του και άρχισε να καθαρίζει προσεκτικά τα γυαλιά του. «Είσαι πολύ μικρότερη από εμένα, μικρή πριγκίπισσα Έλενα, και αυτό μου δίνει κάθε δικαίωμα να σε αποκαλώ έτσι. Και θα σε παρακολούσα να μη μιλάς τόσο πικρόχολα για τις αδελφές σου. Σου θυμίζω ότι δεν έφυγαν επειδή το ήθελαν, έφυγαν επειδή ήταν αναγκασμένες».
«Ναι, καλά, αναγκασμένες. Έπρεπε να δεις τις φάτσες τους όταν έφευγαν. Παρίσταναν τις στενοχωρημένες και είχαν κάτι χαμόγελα μέχρι τα αυτιά. Και άμα τους λείπουμε, γιατί δε μπήκαν στον κόπο να μας γράψουν;»
«Ίσως δεν...»
Η Έλενα τον έκοψε πολύ απότομα. «Και δεν κρυβόμουνα, είχα μπει σε εκείνο το δωμάτιο για να χορέψω».
«Να χορέψεις... μέσα στο κελλάρι;»
«Ήθελα να έχω λίγη ησυχία. Σε αυτό το παλάτι παντού κυκλοφορούν υπηρέτες».
«Σε αυτό το παλάτι; Παντού κυκλοφορούν υπηρέτες;» Ο Ρουβίκωνας κούνησε το κεφάλι του. «Μικρή μου», μουρμούρισε, «πως φαίνεται ότι δεν έχεις ζήσει σε πραγματικό παλάτι...»
Η Έλενα ξαφνικά του χάρισε ένα τεράστιο χαμόγελο. Τα μάτια της από γκριζογάλανα είχαν αλλάξει σε γκριζοπράσινα. «Καλέ μου δάσκαλε, φαντάζομαι πως ήθελες κάτι σημαντικό να μου πεις. Φαίνεσαι πολύ κουρασμένος για να στέκεσαι όρθιος. Πάμε να καθήσουμε στη βιβλιοθήκη. Θα ήθελες να σου προσφέρω λίγη δροσερή λεμονάδα;»
Ο Ρουβίκωνας την κοίταξε για μια στιγμή με απορία. Μετά από τόσα χρόνια, δεν είχε ακόμα καταφέρει να συνηθίσει τις απότομες αλλαγές στη διάθεση – και στο χρώμα των ματιών – της Έλενας. «Και βέβαια, κορίτσι μου», της απάντησε. «Πάμε να καθήσουμε. Φέρνω πολύ σημαντικά νέα».
Αφού κάθησαν αναπαυτικά σε δύο δερμάτινες πολυθρόνες στη βιβλιοθήκη, ο Καθηγητής Ρουβίκωνας βόλεψε κάπως την κοιλιά του, ρούφηξε λίγη από τη λεμονάδα του και άρχισε να μιλάει. «Όπως ξέρεις, κορίτσι μου...»
«Πριγκίπισσα», τον διέκοψε η Έλενα. Ήταν κάτι σαν παιχνίδι που έπαιζαν τα τελευταία χρόνια. Ο Ρουβίκωνας προσπαθούσε να δώσει στη μαθήτριά του να καταλάβει ότι οι τίτλοι και τα αξιώματα δεν κάνουν τον άνθρωπο, και να την μεγαλώσει σαν μια απλή κοπέλλα. Η Έλενα πάλι, από την εποχή που οι αδελφές της εξαφανίστηκαν, είχε πάρει πολύ στα σοβαρά το ρόλο της σαν επίσημη Διάδοχος του Θρόνου και προσπαθούσε να κάνει τον καθηγητή της να τη σέβεται περισσότερο.
«Όπως ξέρεις, αγαπητό μου κορίτσι», επανέλαβε ο Ρουβίκωνας αγνοώντας την, «ο πατριός σου εδώ και μερικά χρόνια έχει αρχίσει να μαζεύει στρατό...»
«Με την αστεία δικαιολογία ότι χρειαζόμαστε στρατό για να προστατευθούμε από τους Κενταύρους που ζουν στην άλλη πλευρά των βουνών», τον πρόλαβε η Έλενα. Ήταν μια συζήτηση που είχαν κάνει πολλές φορές στο παρελθόν. Ο Ρουβίκωνας ήθελε να διδάξει στη μαθήτριά του ταπεινότητα και σύνεση, αλλά δεν μπορούσε να αγνοήσει το γεγονός ότι μπορεί κάποτε να χρειαζόταν να κυβερνήσει την Ταραγωνία. Έτσι η πολιτική της χώρας ήταν ένα από τα αγαπημένα τους θέματα. «Ενώ όλοι ξέρουν πως, ακόμα και αν η θεά Μίρα και η Σουπέρκα μας αρνηθούν κάποτε την προστασία τους, κανείς εισβολέας δεν μπορεί να περάσει από τα βουνά που μας τριγυρίζουν. Μερικές φορές, δάσκαλε, δεν μπορώ να καταλάβω πως τον ακούνε».
«Ο πατριός σου, Έλενα, πέρασε πολλά χρόνια πείθοντας τους ανθρώπους πως εκείνος έχει πάντα δίκιο. Και τώρα είναι ο βασιλιάς, και δε χρειάζεται καν να τους πείσει. Μπορεί να επιβάλλει τις απόψεις του».
Η Έλενα ρούφηξε με θόρυβο τη λεμονάδα της και ανέβασε τα πόδια της στην πολυθρόνα. «Και λοιπόν; Αυτή είναι η σπουδαία είδηση; Αυτά τα ξέρουμε εδώ και χρόνια».
Το παχουλό πρόσωπο του Καθηγητή πήρε μια έκφραση απόγνωσης. «Έλενα... Πριγκίπισσα Έλενα», διόρθωσε μόνος του τον εαυτό του μόλις την είδε να ανοίγει το στόμα της, «αν δε με διέκοπτες συνέχεια θα σου είχα ήδη πει».
«Με συγχωρείς, δάσκαλε. Είμαι όλη αυτιά».
«Καιρός ήταν. Λοιπόν», έφτιαξε τα γυαλιά του και ξερόβηξε, «η είδηση είναι ότι ο στρατός του βασιλιά, που υποτίθεται ότι φτιάχτηκε για να μας προστατεύει από την εισβολή των Κενταύρων, τελικά θα χρησιμοποιηθεί για να επιτεθούμε εμείς σε εκείνους».
Η Έλενα γέλασε. «Μα πως; Όπως δεν μπορούν να περάσουν τα βουνά μας οι Κένταυροι, δεν μπορεί να τα περάσει ούτε και ο στρατός μας. Αυτό είναι η μεγαλύτερη ανοησία που έχω ακούσει».
«Αυτό θα έλεγα και εγώ. Όμως θυμάσαι ότι πρόπερσι έφτασε στη χώρα ένας μεγάλος μάγος από τις χώρες του βορρά, ο Ταμπουρίνος».
«Και ο πατριός μου τον ονόμασε Βασιλικό Μάγο. Λοιπόν;» ρώτησε η Έλενα που άρχισε ξαφνικά να δείχνει ενδιαφέρον.
«Ο Βασιλικός Μάγος, λοιπόν, πριγκίπισσα, έπεισε τον βασιλιά ότι όπως ένας μάγος μπορεί να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του για να περάσει τα βουνά και να μπει ή να βγει από τη χώρα, έτσι μπορεί με τη δύναμη της μαγείας να περάσει τα βουνά ένας ολόκληρος στρατός».
«Ένας ολόκληρος στρατός; Δεν είμαι μάγισσα, δάσκαλε, αλλά έχω μάθει αρκετά κοντά στην αδελφή μου για να ξέρω ότι κάτι τέτοιο θα απαιτούσε τρομερές δυνάμεις».
Ο Ρουβίκωνας αναστέναξε. «Δυστυχώς, βασιλοπούλα μου, φαίνεται ότι ο Ταμπουρίνος είναι ένας από τους μεγαλύτερους μάγους στον κόσμο. Χτες το βράδυ που κατέβηκα στην πόλη, συνάντησα έναν παλιό μου φίλο, που θεωρείται ένας από τους δύο-τρεις ισχυρότερους μάγους της Ταραγωνίας – χωρίς να υπολογίζουμε τη μάγισσα Σουπέρκα, φυσικά. Και μου είπε πράγματα που με τάραξαν πραγματικά». Έμεινε για λίγο σιωπηλός.
«Σε ακούω, δάσκαλε».
«Μου είπε ότι είδαν τον Ταμπουρίνο να κάνει μαγικά στο παλάτι του βασιλιά. Πιστεύει ότι ο ίδιος, και όλοι οι άλλοι μάγοι της Ταραγωνίας, είναι σαν μικρά παιδιά μπροστά του. Χρησιμοποιεί μαγείες που δε θα μπορούσαν ούτε να τις φανταστούν. Πιστεύει», ψιθύρισε, «ότι είναι πιο ισχυρός ακόμα και από τη Σουπέρκα».
Η Έλενα έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Μα αυτό είναι αδύνατον!»
«Κορίτσι μου, τίποτε δεν είναι αδύνατον. Ελπίζω όμως ότι είναι λάθος εκτίμηση του φίλου μου, γιατί αλλοιώς θα έχουμε πολύ μεγάλα προβλήματα. Μου είπε, βλέπεις, κάτι ακόμα».
«Ναι...», τον παρότρυνε η Έλενα που πάντα δυσανασχετούσε με τις τεράστιες παύσεις του καθηγητή της.
«Ο Ταμπουρίνος σκοπεύει να ανοίξει ένα μαγικό πέρασμα στα βουνά για να περάσει ο στρατός του βασιλιά».
Η Έλενα κόντεψε να πνιγεί με τη λεμονάδα της. «Μα πως; Είναι δυνατόν;»
«Πολύ φοβάμαι πως ναι».
«Και...γιατί; Με ποια δικαιολογία;»
«Με το πρόσχημα ότι δήθεν οι Κένταυροι ετοιμάζονται να μας επιτεθούν».
«Μα...πως; Αυτό είναι γελοίο! Αφού εμείς ανοίγουμε το πέρασμα!»
«Ο βασιλιάς διαδίδει πως οι κατάσκοποί του στην ξένη χώρα του μήνυσαν ότι οι Κένταυροι μάγοι ετοιμάζονται να ανοίξουν αυτοί πέρασμα και να μας επιτεθούν. Είναι πολύ σημαντικό, λέει, να χτυπήσουμε πρώτοι για να τους αιφνιδιάσουμε».
«Μα...αυτό είναι αλήθεια;»
«Παραμύθια, αν θες να μάθεις τη γνώμη μου, αλλά δυστυχώς λίγοι είναι εκείνοι που θα ήθελαν να μάθουν τη γνώμη μου».
Η Έλενα έμεινε για λίγο σιωπηλή καθώς προσπαθούσε να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις που περνούσαν με ταχύτητα από το μυαλό της. «Τι πιστεύεις ότι θα γίνει;», ρώτησε τελικά.
«Μια καταστροφή», απάντησε ο καθηγητής.
«Δηλαδή θα χάσουμε τον πόλεμο;»
«Αυτό δεν μπορώ να το γνωρίζω, αλλά έτσι κι’ αλλοιώς θα καταστραφούμε».
«Μπορείς να μου το εξηγήσεις αυτό;»
«Αν χάσουμε, θα μπουν οι Κένταυροι στη χώρα μας και θα την κατακτήσουν. Νομίζω ότι μπορείς να καταλάβεις ότι αυτό θα είναι καταστροφή».
«Ναι, αλλά... αν νικήσουμε;»
«Πρώτα πρώτα θα είμαστε ανήθικοι και κατάπτυστοι εισβολείς, γιατί θα έχουμε επιτεθεί σε μια χώρα που ποτέ δε μας πείραξε και δε μας έφταιξε σε τίποτε. Ακόμη και αν κερδίσουμε τον πόλεμο, πολλά από τα παλληκάρια που αποτελούν το στρατό μας θα σκοτωθούν και οι μανάδες τους θα τους κλαίνε. Όπως θα σκοτωθούν και πολλοί αθώοι Κένταυροι. Ύστερα, ακόμη και αν νικήσουμε, χάνουμε μια ειρήνη αιώνων. Μέχρι σήμερα ο λαός μας ζούσε ήσυχα και ειρηνικά, χωρίς να φοβάται τίποτε. Τώρα θα ζούμε πάντα με το φόβο. Τα παλληκάρια θα είναι αναγκασμένα να πηγαίνουν στον πόλεμο. Θα βρισκόμαστε συνέχεια σε πολέμους. Και κάποια στιγμή, κάποτε, θα έρθει η μέρα που θα χάσουμε κάποιο πόλεμο και οι εχθροί μας θα έρθουν να μας κατακτήσουν. Και να εκδικηθούν για όσα θα τους έχουμε κάνει μέχρι τότε».
Η Έλενα έμεινε πάλι αμίλητη. Τα μάτια της είχαν γίνει γκριζοκόκκινα. «Είναι τρελός», ψιθύρισε στο τέλος, «και κάποιος πρέπει να τον σταματήσει».
«Σε αυτό, καλή μου πριγκίπισσα, μπορώ να πω ότι συμφωνούμε απόλυτα».
«Τι μπορούμε να κάνουμε;»
«Εσύ τίποτα. Ξέρω ότι είσαι μία μεγάλη και έξυπνη πριγκίπισσα», συμπλήρωσε βιαστικά βλέποντάς την έτοιμη να εκραγεί, «αλλά δεν μπορείς να κάνεις τίποτε για να εμποδίσεις το βασιλιά και το μάγο του να πετύχουν τα σχέδιά τους. Μπορείς όμως να σκεφτείς: ποιοι είναι οι μόνοι που θα μπορούσαν να τους εμποδίσουν;»
Η Έλενα ηρέμησε και σκέφτηκε για λίγο. Το πρόσωπό της ξαφνικά έλαμψε. «Η Σουπέρκα!», είπε. «Και η θεά Μίρα!» Ύστερα σκοτείνιασε πάλι. «Αλλά πως θα τις ειδοποιήσουμε;», μουρμούρισε. «Έχουν χρόνια να εμφανιστούν. Από τότε που... πήραν τη Μιράντα και τη Βικτωρία...»
Ο Ρουβίκωνας χαμογέλασε. «Εγώ μπορώ να τους στείλω μήνυμα, πριγκίπισσά μου. Έχω κάποιους... έμπιστους φίλους», συμπλήρωσε καθώς η Έλενα τον κοίταγε με απορία. «Και τώρα, θα με συγχωρήσεις αλλά πρέπει να πηγαίνω. Είναι ώρα να κοιμηθείς... και εγώ θα πρέπει να έχω κάποιες... συναντήσεις». Σηκώθηκε με κόπο και υποκλίθηκε, έσκυψε ελαφρά το κεφάλι δηλαδή, γιατί βαθύτερες υποκλίσεις είχαν συνήθως σαν αποτέλεσμα την ανατροπή του. «Καληνύχτα, πριγκίπισσά μου, και όνειρα γλυκά».
Η Έλενα συνόδεψε τον καθηγητή μέχρι την έξοδο, πήγε να καληνυχτίσει τη μητέρα της, που της φάνηκε πολύ χλωμή και αδυνατισμένη, και μετά ανέβηκε τη σκάλα που οδηγούσε στην κρεβατοκάμαρά της. «Αυτό είναι το δικό μου κρεβάτι», είπε μόλις μπήκε.
Η Μαρίκα γύρισε ανάσκελα και τεντώθηκε. «Είσαι ακόμα θυμωμένη μαζί μου;», ρώτησε.
«Και βέβαια είμαι θυμωμένη. Με γρατζούνισες».
«Μου πάτησες την ουρά».
«Το έκανα κατά λάθος!»
Η Μαρίκα γουργούρισε και άρχισε να γλείφεται. «Σου ζητώ συγνώμη, Έλενα. Ειλικρινά και με ταπεινότητα. Φίλες;»
Η Έλενα την κοίταξε μουτρωμένη. «Ειλικρινά, Μαρίκα; Γιατί δυσκολεύομαι να σε πιστέψω;» Ξαφνικά της χαμογέλασε. «Αλλά πως μπορώ να σου κρατήσω μούτρα; Έλα στην αγκαλιά μου».
Η Μαρίκα με δύο πήδους βρέθηκε από το κρεβάτι στην αγκαλιά της Έλενας και της έγλειψε το πρόσωπο. «Γι’ αυτό σε συμπαθώ, Έλενα. Γιατί μου μοιάζεις».
Η Έλενα κάθησε στο κρεβάτι και απίθωσε δίπλα της τη Μαρίκα. «Γιατί η καλύτερή μου φίλη να είναι μια γάτα;»
«Όχι οποιαδήποτε γάτα, Έλενα. Μια γάτα που μιλάει».
«Ναι, καλά. Μια γάτα που μιλάει. Σπουδαία τα λάχανα...»
«Η μοναδική γάτα που μιλάει, Έλενα. Είσαι ακόμα θυμωμένη μαζί μου...»
«Εντάξει, σου ζητώ συγνώμη. Η μοναδική γάτα που μιλάει. Μπορούμε τώρα να κοιμηθούμε;»
«Τι έχεις; Φαίνεσαι πολύ... σκεπτική, θα έλεγα».
«Είμαι ψόφια στην κούραση. Και ο γερο-Ρουβίκος μου είπε κάποια πράγματα που με προβλημάτισαν...»
«Μμμ... ένα είναι σίγουρο, Έλενα. Δεν θα ήθελα αυτή τη στιγμή να τα ακούσω. Καληνύχτα...»

Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΕΣ - ο πρόλογος...

1. ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΘΡΟΝΟ ΤΗΣ ΤΑΡΑΓΩΝΙΑΣ

Σωπάστε τώρα, θυγατέρες, ανοίξτε καλά τα αυτιά σας και και ακούστε την ιστορία μου. Πολλά πολλά χρόνια πριν, στη γη που τώρα είναι σκεπασμένη από τα νερά, απλωνόταν ένα μεγάλο βασίλειο, το βασίλειο της Ταραγωνίας.
Η Ταραγωνία ήταν μια χώρα ήσυχη και γαλήνια. Οι κάτοικοί της αντιπαθούσαν τα όπλα και τις μάχες και προτιμούσαν να καλλιεργούν τα γράμματα και τις τέχνες. Οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν γεωργοί, έμποροι, καλλιτέχνες και μάγοι. 
Η Ταραγωνία δεν είχε ανάγκη από στρατό γιατί την προστάτευαν τρεις δυνάμεις: τα απάτητα βουνά που την περιτριγύριζαν από όλες τις μεριές, η Μίρα - Θεά της Γονιμότητας και Προστάτιδα της Ταραγωνίας - και η Σουπέρκα, η μεγάλη μάγισσα που κατοικούσε στην κορυφή του Ορους Πετροδάκτυλου, του ιερού βουνού που βρισκόταν στο κέντρο της Ταραγωνίας και που η κορυφή του ήταν πάντα χαμένη μέσα στην ομίχλη.
Μια σκοτεινή νύχτα του χειμώνα ο Καρβάλιαν, ο καλός και αγαθός βασιλιάς, κοιμήθηκε τον ύπνο του δικαίου και δεν ξαναξύπνησε. Βασίλισσα έγινε η μοναχοκόρη του, η νεαρή πριγκήπισσα Φλορεντίνα. Οι κάτοικοι της χώρας στενοχωρέθηκαν για το θάνατο του καλού βασιλιά, αλλά τους παρηγορούσε η σκέψη ότι βασίλισσα θα γινόταν η αγαπημένη τους Φλορεντίνα.
Πραγματικά, η όμορφη Φλορεντίνα έγινε βασίλισσα της Ταραγωνίας και έτσι κύλησαν μερικά ήσυχα χρόνια. Σιγά σιγά όμως, αποκτούσε δύναμη ένας νεαρός δημαγωγός, ο Λούτρινος. Ηταν ψηλός, ωραίος, γεροδεμένος, με ένα βλέμμα που μαγνήτιζε και μια φωνή που μάγευε τα πλήθη. Και το κεντρικό θέμα που γύριζε και ξαναγύριζε στις ομιλίες του ήταν πάντα το ίδιο: «Δεν είναι δυνατόν», έλεγε, «να μας κυβερνάει μια γυναίκα. Η βασίλισσα πρέπει να παντρευτεί και να παραδώσει την εξουσία στον άντρα της».
Οι κάτοικοι της χώρας, τον πρώτο καιρό, δεν έδιναν την παραμικρή σημασία σε αυτές τις ρητορείες. «Ποια διαφορά υπάρχει», αναρωτιόνταν, «ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα, που να εμποδίζει τη γυναίκα να κυβερνήσει τη χώρα; Η Φλορεντίνα είναι πολύ καλή βασίλισσα και δε χρειαζόμαστε κανέναν άλλο για να μας κυβερνήσει».
Λίγο με το λίγο όμως, τα λόγια του Λούτρινου που έπεφταν στο χώμα, άρχιζαν να βρίσκουν γόνιμο έδαφος και να φυτρώνουν. Πολλοί ήταν οι αυλικοί, οι βουλευτές, οι πρίγκηπες και οι ευγενείς, που πίστευαν πως είχαν πιθανότητες να παντρευτούν τη Φλορεντίνα και να κυβερνήσουν τη χώρα. Και η γοητεία του Λούτρινου του έδινε μεγάλη απήχηση στη νεολαία, που άρχισε να βγαίνει στους δρόμους και να απαιτεί έναν άντρα στο θρόνο της Ταραγωνίας. Και έφτασε στο τέλος μια μέρα που το Συμβούλιο του Θρόνου παρουσιάστηκε στη Φλορεντίνα και της ζήτησε να παντρευτεί, ώστε η Ταραγωνία να μπορέσει να αποκτήσει βασιλιά.


2. ΤΡΕΙΣ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΕΣ

Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα: Η Φλορεντίνα δεν ήθελε με κανένα τρόπο να παντρευτεί.
Το Συμβούλιο της έδωσε διορία δύο μήνες για να μπορέσει να βρει τον κατάλληλο σύζυγο. Η νεαρή βασίλισσα πέρασε τον πρώτο μήνα καθισμένη στο κρεβάτι της και κλαίγοντας ασταμάτητα. Κάποια μέρα, μια γριά υπηρέτρια, βρήκε το θάρρος και πήγε να της μιλήσει. «Μην κλαις αρχόντισσά μου», της είπε. «Υπάρχει ένας τρόπος για να γλυτώσεις από τη δύσκολη θέση. Προσευχήσου στη Μίρα, τη Θεά της Γονιμότητας, και ζήτησέ της να σου χαρίσει ένα γιο. Μετά θα παρουσιαστείς στο Συμβούλιο και θα τους πεις ότι υπάρχει νόμιμος βασιλιάς της Ταρραγωνίας, ο γιος σου, και εσύ θα είσαι Αντιβασίλισσα μέχρι να ενηλικιωθεί. Έτσι κανείς δε θα μπορεί να σε υποχρεώσει να παντρευτείς».
Η βασίλισσα ενθουσιάστηκε με την ιδέα και το ίδιο κιόλας βράδυ, πριν κοιμηθεί, προσευχήθηκε στη Μίρα και της ζήτησε να της χαρίσει ένα γιο. Τη νύχτα, στον ύπνο της, παρουσιάστηκε η ίδια η θεά και της είπε: «Μόλις ξυπνήσεις το πρωί, πήγαινε στον κήπο σου και κόψε ένα κρίνο. Φτιάξε ένα τσάι με τα πέταλα του κρίνου και πιες το. Ύστερα, πήγαινε στο κρεβάτι σου και ξάπλωσε. Όταν κοιμηθείς, θα ονειρευτείς έναν άντρα. Όταν ξυπνήσεις, θα έχεις ένα γιο».
Η Φλορεντίνα έκανε όπως την πρόσταξε η θεά. Ήπιε το τσάι με τα πέταλα του κρίνου και ξάπλωσε για να κοιμηθεί. Όμως τη νύχτα δε μπόρεσε να ονειρευτεί κανέναν άντρα και το πρωί, καθώς ξύπνησε, είχε στην αγκαλιά της ένα πανέμορφο κοριτσάκι.
Το κοριτσάκι, όπως ήταν φυσικό, αφιερώθηκε στη θεά Μίρα και γι’ αυτό ονομάστηκε πριγκίπισσα Μιράντα. Όλος ο λαός χάρηκε για τη γέννηση της πριγκίπισσας και για το μεγάλο θαύμα της θεάς, και έτσι τα ύπουλα λόγια του Λούτρινου άρχισαν και πάλι να πέφτουν στο κενό. Πέρασε όμως ένας χρόνος και το θαύμα ξεχάστηκε κάπως και ο λαός άρχισε πάλι να μουρμουρίζει και το Συμβούλιο παρουσιάστηκε πάλι στη βασίλισσα και της ζήτησε να παντρευτεί...
Μετά από αρκετές μέρες γεμάτες θρήνους και μοιρολόγια, ένα βράδυ μπήκε από το παράθυρο στο δωμάτιο της βασίλισσας ένα μαύρο περιστέρι. Το περιστέρι μίλησε με ανθρώπινη φωνή και είπε: «Με έστειλε σε εσένα η μεγάλη μάγισσα Σουπέρκα. Βγάλε ένα φτερό από την ουρά μου, μάσησέ το καλά, και ξάπλωσε να κοιμηθείς. Αν τη νύχτα καταφέρεις να ονειρευτείς έναν άντρα, το πρωί θα έχεις ένα γιο».
Η Φλορεντίνα μάσησε το φτερό του περιστεριού και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Δεν ονειρεύτηκε κανέναν άντρα και το πρωί ξύπνησε με ακόμη ένα πανέμορφο κοριτσάκι στην αγκαλιά της.
Αυτό το κοριτσάκι, σύμφωνα με την επιθυμία της μάγισσας, ονομάστηκε πριγκίπισσα Βικτωρία. Και πάλι ο λαός χάρηκε και θαύμασε, και πάλι τα λόγια του Λούτρινου ξεχάστηκαν.
Πέρασε όμως άλλος ένας χρόνος, και το Συμβούλιο ήρθε για τρίτη φορά στη Φλορεντίνα και της ζήτησε να παντρευτεί.
Η προθεσμία των δύο μηνών πλησίαζε να περάσει και η βασίλισσα βρισκόταν σε απόγνωση. Ένα από τα τελευταία βράδια, καθώς έκλαιγε στον κήπο και τα δάκρυά της κύλαγαν μέσα σε μια λιμνούλα με νούφαρα, η Σελήνη την κοίταξε από ψηλά και τη λυπήθηκε. «Φλορεντίνα», τη ρώτησε με μια απαλή ασημένια φωνή, «γιατί κλαις;»
«Κλαίω, μεγάλη μητέρα», απάντησε η Φλορεντίνα με ένα ίχνος ελπίδας στη φωνή της, «γιατί σε λίγες μέρες θα με αναγκάσουν να παντρευτώ. Όμως εσύ, μήπως μπορείς να με βοηθήσεις και να μου χαρίσεις ένα γιο;»
Η Σελήνη την κοίταξε για λίγο ανέκφραστα. «Όχι, Φλορεντίνα», της απάντησε, «ακόμα κι’ εγώ δεν μπορώ να σου δώσω γιο. Μπορώ όμως να σου δώσω διάδοχο». Έριξε το φως της πάνω σε ένα μεγάλο νούφαρο που βρισκόταν στο κέντρο της λίμνης, και αμέσως εκείνο άνοιξε και παρουσιάστηκε ένα τρίτο πανέμορφο κοριτσάκι, η μικρή πριγκίπισσα Έλενα.


3. ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

Η βασίλισσα κατάφερε να καθυστερήσει το μοιραίο για ένα χρόνο ακόμα, αλλά στο τέλος αναγκάστηκε να υποχωρήσει στη λαϊκή θέληση και να παντρευτεί. Αφού δεν μπορούσε να διαλέξει σύζυγο, την απόφαση την πήρε το Συμβούλιο του Θρόνου. Και έτσι, θυγατέρες, βασιλιάς της Ταραγωνίας δεν έγινε άλλος παρά ο δημαγωγός, ο Λούτρινος.
Πρώτη δουλειά του Λούτρινου, μόλις έγινε βασιλιάς, ήταν να χτίσει ένα καινούργιο μεγάλο παλάτι στην πρωτεύουσα της χώρας. Με την πρώτη ευκαιρία διέλυσε το Συμβούλιο του Θρόνου και κυβερνούσε με μοναδικούς του συμβούλους τους δυο πιστούς του λακέδες, τον Ανεμοδούρη και τον Χαμηλοθώρη. Την Φλορεντίνα, με τις τρεις μικρές της κόρες, την έστειλε να μείνει σε ένα παλιό πύργο στην εξοχή, μέσα στα βασιλικά κτήματα.
Αυτό ήταν πολύ ευχάριστο για τη νεαρή βασίλισσα, που δεν αγαπούσε την εξουσία και αγαπούσε ακόμα λιγότερο τον Λούτρινο. Μεγάλωσε μόνη της τις τρεις μικρές πριγκίπισσες, που πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια ευτυχισμένες και αγαπημένες. 
Η πριγκίπισσα Μιράντα ήταν από μικρή πολύ σοφή. Σε ηλικία οχτώ χρονών είχε κιόλας διαβάσει ολόκληρη τη Βασιλική Βιβλιοθήκη της Ταραγωνίας. Τα αγαπημένα της βιβλία ήταν η Γέννηση Των Θεών και το Τέλος Των Ημερών, και δε χόρταινε να διαβάζει οτιδήποτε αναφερόταν στη θεά Μίρα. Όταν οι υπηρέτες και οι μαγείρισσες είχαν κάποια διαφωνία, πάντοτε ερχόντουσαν στη Μιράντα για να τους τη λύσει.
Η πριγκίπισσα Βικτωρία, από πολύ μικρή, φαινόταν ότι είχε πολύ μεγάλες δυνάμεις. Ήταν τριών μόλις χρονών όταν μεταμόρφωσε το δάσκαλο του πιάνου της σε σαρανταποδαρούσα επειδή της έκανε παρατήρηση για τον τρόπο με τον οποίο έπαιξε ένα κομμάτι. Κατά βάθος όμως ήταν ένα πολύ καλόκαρδο κορίτσι, γι’ αυτό και στη γιορτή του, την επόμενη χρονιά, του χάρισε σαράντα μικρά παντοφλάκια για να μην κρυώνει το χειμώνα πάνω στα παγωμένα μάρμαρα του παλατιού. 
Η μικρή πριγκίπισσα Έλενα ήταν ένα πολύ ήσυχο κοριτσάκι. Δε μίλαγε πολύ, αλλά της άρεσε να χορεύει. Κάθε νύχτα έβγαινε κρυφά στον κήπο και χόρευε κάτω από το φως του φεγγαριού, χόρευε με τον ήχο των άστρων, στα νούφαρα της λίμνης, πάνω στα κλαδιά των δέντρων. Όσοι την έβλεπαν ένιωθαν ένα αίσθημα μυστηρίου να τους τυλίγει, μια αλλόκοτη δύναμη που δεν έβρισκαν λόγια να την περιγράψουν.
Έτσι λοιπόν μεγάλωναν οι τρεις μικρές πριγκίπισσες, αγαπημένες και ευτυχισμένες, μέχρι τη μέρα που η πριγκίπισσα Μιράντα έγινε έντεκα χρονών. Τότε εμφανίστηκε ξαφνικά στο παλάτι μια ιέρεια από το Ναό της Μίρα και ζήτησε από τη νεαρή πριγκίπισσα να την ακολουθήσει στο Ναό για να αφιερωθεί στη θεά. Η βασίλισσα Φλορεντίνα έκλαιγε και θρηνούσε, αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί την επιθυμία της θεάς. Η Μιράντα αποχαιρέτησε με συγκίνηση τις αδελφές της και έφυγε για το Ναό.
Ένα χρόνο αργότερα, ένα μαύρο ελάφι εμφανίστηκε στο παλάτι και ζήτησε από τη νεαρή πριγκίπισσα Βικτωρία να ανέβει μαζί του στο Όρος Πετροδάκτυλο για να υπηρετήσει τη μεγάλη μάγισσα Σουπέρκα. Και πάλι η βασίλισσα έκλαψε με μαύρο δάκρυ, αλλά δεν μπορούσε να αντισταθεί στην απαίτηση της μάγισσας. Η πριγκίπισσα Βικτωρία αγκάλιασε τη μικρή της αδελφή, καβάλλησε το ελάφι και ξεκίνησε για το μακρύ της ταξίδι.
Έτσι λοιπόν, μοναδική διάδοχος του θρόνου έμεινε η μικρή πριγκίπισσα Έλενα. Πέρασαν ακόμη τέσσερα χρόνια, χωρίς τίποτε να ταράξει την ησυχία της βασίλισσας Φλορεντίνας και της μικρής πριγκίπισσας, στο μεταξύ, όμως, στο μεγάλο κόσμο συνέβαιναν πολλά, που σε λίγο θα γκρέμιζαν τη γαλήνη τους σαν ένα πύργο από τραπουλόχαρτα.
Ησυχάστε τώρα, θυγατέρες, και μην πειράζετε το αδράχτι μου. Από αυτή τη στιγμή, ξεκινάει η ιστορία της γενιάς μας.

Τρίτη, 2 Νοεμβρίου 2010

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΑΛΗΘΕΙΑ"

Γιώργου Νικολόπουλου: Οι τρεις Πριγκίπισσες

Έξυπνο παραμύθι. Και ευθύβολο. Μολονότι είναι γραμμένο για μικρούς, διαβάζεται άνετα και από μεγάλους. Αυτό, άλλωστε, είναι το κλειδί της επιτυχίας στο χώρο της παιδικής λογοτεχνίας.

Η κατάργηση του χρόνου, με την έννοια ότι η ηλικία παύει να αποτελεί κριτήριο για την απόλαυση, ή τη μη απόλαυση, ενός αναγνώσματος. Ο Γιώργος Νικολόπουλος, με τις Τρεις Πριγκίπισσες, γίνεται, εθελουσίως, ένα έντομο που ζουζουνίζει στα αυτιά μας και μας προκαλεί στο κοινό ταξίδι. Ταξίδι που, όπως μας ενημερώνει εξ αρχής, θα χαρακτηρίζεται από σκαμπανεβάσματα και ζάλες - όπως μια τσουλήθρα στο λούναπαρκ.

[..] Η βασίλισσα κατάφερε να καθυστερήσει το μοιραίο για ένα χρόνο ακόμα, αλλά στο τέλος αναγκάστηκε να υποχωρήσει στη λαϊκή θέληση και να παντρευτεί. Αφού δεν μπορούσε να διαλέξει σύζυγο, την απόφαση την πήρε το Συμβούλιο του Θρόνου. Και έτσι, θυγατέρες, βασιλιάς της Ταραγωνίας δεν έγινε άλλος παρά ο δημαγωγός, ο Λούτρινος (σελίδα 15).

Οπόταν, κυρίες και κύριοι, μαύρο φίδι που μας έφαγε. Ο Λούτρινος θα συμμαχήσει με τον μάγο Ταμπουρίνο, και από κοινού θα επιδιώξουν να κάνουν το βασίλειο ολόδικό τους. Και όταν η φιλοδοξία δαγκώσει, σαν μέδουσα, τους ανθρώπους, κάθε εμπόδιο οφείλει να εξαφανιστεί. Η λαγνεία της εξουσίας ξεφλουδίζει τις ψυχές, τις μεταμορφώνει σε λάσπες και εκεί, στη σκοτεινή τους πυκνότητα, το καλό κινδυνεύει να πνιγεί, να ηττηθεί, να σβήσει σαν το κερί που το φυσάει ο άνεμος. Δεν είναι μόνο οι διαρκείς ανατροπές, ούτε η λεπτή, σαν άμμος, αγωνία, ούτε μια αδιόρατη σάτιρα που καθιστούν συναρπαστική την ανάγνωση του παραμυθιού. Είναι και η αντιπολεμική του βάση.

Το σαφές μήνυμα ότι οι εχθροί αποτελούν, συχνά, δημιουργήματα που βολεύουν, και εξυπηρετούν, αρρωστημένα μυαλά. Γιατί, λοιπόν, να πολεμήσω με κάποιον που ζει στο πλάι μου ειρηνικά; Αλλά και γιατί να πολεμήσω με τον ίδιό μου τον αδελφό, όταν μόλις κατακαθίσει ο κουρνιαχτός, η νίκη θα έχει ντυθεί στα μαύρα; Επιπροσθέτως, ο Γιώργος Νικολόπουλος, παίζει χαριτωμένα με τα ονόματα των ηρώων και των ηρωίδων του, φτιάχνει σκαμπρόζικους διαλόγους και δεν αφήνει στιγμή τον υδράργυρο της περιέργειας να πέσει χαμηλότερα από τις επιτρεπόμενες τιμές.

[..] Πριγκίπισσα Έλενα! Μικρή πριγκίπισσα Έλενα! Τα σκονισμένα μάρμαρα του παλατιού αντιλαλούσαν από τις φωνές του Καθηγητή Ρουβίκωνα, του Πριγκιπικού Παιδαγωγού, μαζί με τον ήχο από τις παντόφλες που πάφλαζαν στο πάτωμα καθώς έτρεχε, αγκομαχώντας και βαριανασαίνοντας, με όλη τη σβελτάδα που του χάριζαν τα εκατόν τριάντα κιλά και η τεράστια κοιλιά του. Μικρή Πριγκίπισσα Έλενα! Μην κρύβεσαι, πρέπει να σου μιλήσω (σελίδα 19).

Γιατί, όμως, πρέπει να πάψει να κρύβεται η Πριγκίπισσα Έλενα; Επειδή της έλαχε ο κλήρος για μια μεγάλη, πολύ μεγάλη, αποστολή. Και το όνομα αυτής, Κορακοσπηλιά. Εκεί θα βρει τη λύση του γρίφου και, ταυτόχρονα, το όπλο με το οποίο θα αντιμετωπίσει το άσπλαχνο δίδυμο Λούτρινος-Ταμπουρίνος. Το παλάτι κατηλειμμένο, η βασίλισσα στο μπουντρούμι, οι άλλες δύο αδελφές σκορπισμένες, σαν τέφρες, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Τι μπορεί, άραγε, να κάνει η Έλενα απέναντι στη χιονοστιβάδα των ατυχιών; Πολλά μπορείς να κάνεις, τη διαβεβαιώνει ο Ρουβίκωνας, με την προϋπόθεση ότι θα ορθώσεις το ανάστημά σου και θα επιστρατεύσεις τις γνώσεις της.

Αλλιώς, Έλενα, χαιρέτα μας τον πλάτανο.

[..] Ξαφνικά, η εικόνα του βουνού χάθηκε από τα μάτια της Έλενας. Τώρα ήταν σαν να κοιτάει μέσα από το βάθος μιας σκοτεινής σπηλιάς. Έβλεπε τη Μιράντα, σε μεγαλύτερο μέγεθος τώρα, να πλησιάζει προς το μέρος της. Τη Μιράντα, πέντε χρόνια μεγαλύτερη. [εκάξι χρονών κοπέλα. Τρόμαξε να τη γνωρίσει. Φορούσε ένα γαλάζιο φόρεμα, τριμμένο και σκισμένο σε πολλά σημεία, και τα κόκκινα μαλλιά της ήταν κομμένα πολύ κοντά, σχεδόν αγορίστικά. Προσπάθησε να τη φωνάξει, αλλά είχε χάσει τη μιλιά της. Το κλειδί, άκουσε τη Μιράντα να μουρμουράει. Πρέπει να βρω το κλειδί.

Δεν είναι το όμορφο τέλος που γαλβανίζει αυτό το υπέροχο, και πανοραμικά εικονογραφημένο από τη Σάντρα Ελευθερίου, παραμύθι. Άλλωστε, κάθε παραμύθι που σέβεται τον εαυτό του τελειώνει όμορφα. Είναι η διαπεραστική ανάπτυξη του θέματος, ο αιχμηρός διάλογος και, εν κατακλείδι, η παρότρυνση, κρυμμένη δεξιοτεχνικά, λες και είναι η γάτα-Μιράντα της ιστορίας, πίσω από τις λέξεις, προς μικρούς και μεγάλους, για ένα κόσμο που να αγαπά και να αγαπιέται.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, Οι τρεις Πριγκίπισσες έχουν πάρει το Α’ βραβείο, για το 2008, στο διαγωνισμό που προκηρύσσει ο Κυπριακός Σύνδεσμος Παιδικού-Νεανικού Βιβλίου, και αθλοθετεί το Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου.

Στο σκεπτικό της βράβευσης αναφέρονται τα εξής: το έργο εμπίπτει στην κατηγορία παραμυθιακό μυθιστόρημα. [ιακρίνεται για την πολύ καλή χρήση της γλώσσας, την ενδιαφέρουσα πλοκή και την άριστη σκιαγράφηση των χαρακτήρων. Στα θετικά του έργου μπορεί κανείς να αναφέρει επίσης τα πρωτότυπα ονόματα των

ηρώων, την εξέλιξη και κορύφωση και τα φιλειρηνικά μηνύματα τα οποία διαποτίζουν ολόκληρο το μύθο.

Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ


ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΕΣ

Οι Τρεις Πριγκίπισσες είναι το πρώτο παιδικό μυθιστόρημα του Γιώργου Νικολόπουλου, σε εικονογράφηση της Σάντρας Ελευθερίου, που κυκλοφόρησε στη Λευκωσία τον Απρίλη του 2010 και στα βιβλιοπωλεία της Ελλάδας από τον Οκτώβρη του 2010.Μπορείτε να το αγοράσετε είτε από την Κύπρο μέσω Ίντερνετ (http://www.cyprusculture.com/default.aspx?ct=prod&pId=691) είτε στην Ελλάδα στα βιβλιοπωλεία - η διακίνηση γίνεται από τις Εκδόσεις Ακρίτας, οπότε αν δεν υπάρχει στο βιβλιοπωλείο που σας εξυπηρετεί μπορείτε να το παραγγείλετε.

Είναι ένα βιβλίο για μικρούς και για μεγάλους αναγνώστες. Αγοράστε το για τον εαυτό σας αλλά και για να το χαρίσετε σε μικρά και μεγάλα παιδιά. Αλλά σίγουρα, μη χάσετε την ευκαιρία να το διαβάσετε!