Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

Κεφάλαιο 1: Ο Καθηγητής και η γάτα

«Πριγκίπισσα Έλενα! Μικρή πριγκίπισσα Έλενα!» Τα σκονισμένα μάρμαρα του παλατιού αντιλαλούσαν από τις φωνές του Καθηγητή Ρουβίκωνα, του Πριγκηπικού Παιδαγωγού, μαζί με τον ήχο από τις παντόφλες του που πάφλαζαν στο πάτωμα καθώς έτρεχε, αγκομαχώντας και βαριανασαίνοντας, με όλη τη σβελτάδα που του χάριζαν τα εκατόν τριάντα κιλά και η τεράστια κοιλιά του. «Μικρή πριγκίπισσα Έλενα! Μην κρύβεσαι, πρέπει να σου μιλήσω!»
Ξαφνικά, μια πόρτα άνοιξε στα αριστερά του και ξεπρόβαλε ένα πριγκηπικό κεφαλάκι. «Πρώτα πρώτα, δεν είμαι η μικρή πριγκίπισσα Έλενα. Είμαι η πριγκίπισσα Έλενα. Ίσως ξεχνάς ότι οι αδελφές μου δε βρίσκονται πια εδώ». Δεκατεσσάρων χρονών πια, η Έλενα ήταν ψηλόλιγνη, με μακριά κατάμαυρα μαλλιά, πάντα λυμένα, που έφταναν σχεδόν μέχρι τη μέση της, κάτασπρο δέρμα και κάτι περίεργα γκρίζα μάτια που άλλαζαν χρώματα ανάλογα με τη διάθεσή της. «Και είμαι αρκετά μεγάλη!»
Ο Καθηγητής σταμάτησε απότομα, η κοιλιά του συνέχισε για λίγο να κινείται προς τα μπρος, κι’ έτσι παρά λίγο να χάσει την ισορροπία του και να κυλήσει μέχρι το τέλος του διαδρόμου σαν μπάλλα – όπως είχε συμβεί αρκετές φορές στο παρελθόν μετά από απότομες εμφανίσεις της Έλενας. Είχε αρχίσει να υποψιάζεται πως το μικρό διαβολάκι πεταγόταν επίτηδες έτσι ξαφνικά στο δρόμο του. Αυτή τη φορά, πάντως, στάθηκε τυχερότερος και αφού ταλαντεύτηκε για λίγο ξαναήρθε στα ίσα του, έστω και λαχανιασμένος.
Αφού για αρκετή ώρα προσπάθησε να ξαναβρεί την ανάσα του, έβγαλε ένα πανάκι από την τσέπη του και άρχισε να καθαρίζει προσεκτικά τα γυαλιά του. «Είσαι πολύ μικρότερη από εμένα, μικρή πριγκίπισσα Έλενα, και αυτό μου δίνει κάθε δικαίωμα να σε αποκαλώ έτσι. Και θα σε παρακολούσα να μη μιλάς τόσο πικρόχολα για τις αδελφές σου. Σου θυμίζω ότι δεν έφυγαν επειδή το ήθελαν, έφυγαν επειδή ήταν αναγκασμένες».
«Ναι, καλά, αναγκασμένες. Έπρεπε να δεις τις φάτσες τους όταν έφευγαν. Παρίσταναν τις στενοχωρημένες και είχαν κάτι χαμόγελα μέχρι τα αυτιά. Και άμα τους λείπουμε, γιατί δε μπήκαν στον κόπο να μας γράψουν;»
«Ίσως δεν...»
Η Έλενα τον έκοψε πολύ απότομα. «Και δεν κρυβόμουνα, είχα μπει σε εκείνο το δωμάτιο για να χορέψω».
«Να χορέψεις... μέσα στο κελλάρι;»
«Ήθελα να έχω λίγη ησυχία. Σε αυτό το παλάτι παντού κυκλοφορούν υπηρέτες».
«Σε αυτό το παλάτι; Παντού κυκλοφορούν υπηρέτες;» Ο Ρουβίκωνας κούνησε το κεφάλι του. «Μικρή μου», μουρμούρισε, «πως φαίνεται ότι δεν έχεις ζήσει σε πραγματικό παλάτι...»
Η Έλενα ξαφνικά του χάρισε ένα τεράστιο χαμόγελο. Τα μάτια της από γκριζογάλανα είχαν αλλάξει σε γκριζοπράσινα. «Καλέ μου δάσκαλε, φαντάζομαι πως ήθελες κάτι σημαντικό να μου πεις. Φαίνεσαι πολύ κουρασμένος για να στέκεσαι όρθιος. Πάμε να καθήσουμε στη βιβλιοθήκη. Θα ήθελες να σου προσφέρω λίγη δροσερή λεμονάδα;»
Ο Ρουβίκωνας την κοίταξε για μια στιγμή με απορία. Μετά από τόσα χρόνια, δεν είχε ακόμα καταφέρει να συνηθίσει τις απότομες αλλαγές στη διάθεση – και στο χρώμα των ματιών – της Έλενας. «Και βέβαια, κορίτσι μου», της απάντησε. «Πάμε να καθήσουμε. Φέρνω πολύ σημαντικά νέα».
Αφού κάθησαν αναπαυτικά σε δύο δερμάτινες πολυθρόνες στη βιβλιοθήκη, ο Καθηγητής Ρουβίκωνας βόλεψε κάπως την κοιλιά του, ρούφηξε λίγη από τη λεμονάδα του και άρχισε να μιλάει. «Όπως ξέρεις, κορίτσι μου...»
«Πριγκίπισσα», τον διέκοψε η Έλενα. Ήταν κάτι σαν παιχνίδι που έπαιζαν τα τελευταία χρόνια. Ο Ρουβίκωνας προσπαθούσε να δώσει στη μαθήτριά του να καταλάβει ότι οι τίτλοι και τα αξιώματα δεν κάνουν τον άνθρωπο, και να την μεγαλώσει σαν μια απλή κοπέλλα. Η Έλενα πάλι, από την εποχή που οι αδελφές της εξαφανίστηκαν, είχε πάρει πολύ στα σοβαρά το ρόλο της σαν επίσημη Διάδοχος του Θρόνου και προσπαθούσε να κάνει τον καθηγητή της να τη σέβεται περισσότερο.
«Όπως ξέρεις, αγαπητό μου κορίτσι», επανέλαβε ο Ρουβίκωνας αγνοώντας την, «ο πατριός σου εδώ και μερικά χρόνια έχει αρχίσει να μαζεύει στρατό...»
«Με την αστεία δικαιολογία ότι χρειαζόμαστε στρατό για να προστατευθούμε από τους Κενταύρους που ζουν στην άλλη πλευρά των βουνών», τον πρόλαβε η Έλενα. Ήταν μια συζήτηση που είχαν κάνει πολλές φορές στο παρελθόν. Ο Ρουβίκωνας ήθελε να διδάξει στη μαθήτριά του ταπεινότητα και σύνεση, αλλά δεν μπορούσε να αγνοήσει το γεγονός ότι μπορεί κάποτε να χρειαζόταν να κυβερνήσει την Ταραγωνία. Έτσι η πολιτική της χώρας ήταν ένα από τα αγαπημένα τους θέματα. «Ενώ όλοι ξέρουν πως, ακόμα και αν η θεά Μίρα και η Σουπέρκα μας αρνηθούν κάποτε την προστασία τους, κανείς εισβολέας δεν μπορεί να περάσει από τα βουνά που μας τριγυρίζουν. Μερικές φορές, δάσκαλε, δεν μπορώ να καταλάβω πως τον ακούνε».
«Ο πατριός σου, Έλενα, πέρασε πολλά χρόνια πείθοντας τους ανθρώπους πως εκείνος έχει πάντα δίκιο. Και τώρα είναι ο βασιλιάς, και δε χρειάζεται καν να τους πείσει. Μπορεί να επιβάλλει τις απόψεις του».
Η Έλενα ρούφηξε με θόρυβο τη λεμονάδα της και ανέβασε τα πόδια της στην πολυθρόνα. «Και λοιπόν; Αυτή είναι η σπουδαία είδηση; Αυτά τα ξέρουμε εδώ και χρόνια».
Το παχουλό πρόσωπο του Καθηγητή πήρε μια έκφραση απόγνωσης. «Έλενα... Πριγκίπισσα Έλενα», διόρθωσε μόνος του τον εαυτό του μόλις την είδε να ανοίγει το στόμα της, «αν δε με διέκοπτες συνέχεια θα σου είχα ήδη πει».
«Με συγχωρείς, δάσκαλε. Είμαι όλη αυτιά».
«Καιρός ήταν. Λοιπόν», έφτιαξε τα γυαλιά του και ξερόβηξε, «η είδηση είναι ότι ο στρατός του βασιλιά, που υποτίθεται ότι φτιάχτηκε για να μας προστατεύει από την εισβολή των Κενταύρων, τελικά θα χρησιμοποιηθεί για να επιτεθούμε εμείς σε εκείνους».
Η Έλενα γέλασε. «Μα πως; Όπως δεν μπορούν να περάσουν τα βουνά μας οι Κένταυροι, δεν μπορεί να τα περάσει ούτε και ο στρατός μας. Αυτό είναι η μεγαλύτερη ανοησία που έχω ακούσει».
«Αυτό θα έλεγα και εγώ. Όμως θυμάσαι ότι πρόπερσι έφτασε στη χώρα ένας μεγάλος μάγος από τις χώρες του βορρά, ο Ταμπουρίνος».
«Και ο πατριός μου τον ονόμασε Βασιλικό Μάγο. Λοιπόν;» ρώτησε η Έλενα που άρχισε ξαφνικά να δείχνει ενδιαφέρον.
«Ο Βασιλικός Μάγος, λοιπόν, πριγκίπισσα, έπεισε τον βασιλιά ότι όπως ένας μάγος μπορεί να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του για να περάσει τα βουνά και να μπει ή να βγει από τη χώρα, έτσι μπορεί με τη δύναμη της μαγείας να περάσει τα βουνά ένας ολόκληρος στρατός».
«Ένας ολόκληρος στρατός; Δεν είμαι μάγισσα, δάσκαλε, αλλά έχω μάθει αρκετά κοντά στην αδελφή μου για να ξέρω ότι κάτι τέτοιο θα απαιτούσε τρομερές δυνάμεις».
Ο Ρουβίκωνας αναστέναξε. «Δυστυχώς, βασιλοπούλα μου, φαίνεται ότι ο Ταμπουρίνος είναι ένας από τους μεγαλύτερους μάγους στον κόσμο. Χτες το βράδυ που κατέβηκα στην πόλη, συνάντησα έναν παλιό μου φίλο, που θεωρείται ένας από τους δύο-τρεις ισχυρότερους μάγους της Ταραγωνίας – χωρίς να υπολογίζουμε τη μάγισσα Σουπέρκα, φυσικά. Και μου είπε πράγματα που με τάραξαν πραγματικά». Έμεινε για λίγο σιωπηλός.
«Σε ακούω, δάσκαλε».
«Μου είπε ότι είδαν τον Ταμπουρίνο να κάνει μαγικά στο παλάτι του βασιλιά. Πιστεύει ότι ο ίδιος, και όλοι οι άλλοι μάγοι της Ταραγωνίας, είναι σαν μικρά παιδιά μπροστά του. Χρησιμοποιεί μαγείες που δε θα μπορούσαν ούτε να τις φανταστούν. Πιστεύει», ψιθύρισε, «ότι είναι πιο ισχυρός ακόμα και από τη Σουπέρκα».
Η Έλενα έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Μα αυτό είναι αδύνατον!»
«Κορίτσι μου, τίποτε δεν είναι αδύνατον. Ελπίζω όμως ότι είναι λάθος εκτίμηση του φίλου μου, γιατί αλλοιώς θα έχουμε πολύ μεγάλα προβλήματα. Μου είπε, βλέπεις, κάτι ακόμα».
«Ναι...», τον παρότρυνε η Έλενα που πάντα δυσανασχετούσε με τις τεράστιες παύσεις του καθηγητή της.
«Ο Ταμπουρίνος σκοπεύει να ανοίξει ένα μαγικό πέρασμα στα βουνά για να περάσει ο στρατός του βασιλιά».
Η Έλενα κόντεψε να πνιγεί με τη λεμονάδα της. «Μα πως; Είναι δυνατόν;»
«Πολύ φοβάμαι πως ναι».
«Και...γιατί; Με ποια δικαιολογία;»
«Με το πρόσχημα ότι δήθεν οι Κένταυροι ετοιμάζονται να μας επιτεθούν».
«Μα...πως; Αυτό είναι γελοίο! Αφού εμείς ανοίγουμε το πέρασμα!»
«Ο βασιλιάς διαδίδει πως οι κατάσκοποί του στην ξένη χώρα του μήνυσαν ότι οι Κένταυροι μάγοι ετοιμάζονται να ανοίξουν αυτοί πέρασμα και να μας επιτεθούν. Είναι πολύ σημαντικό, λέει, να χτυπήσουμε πρώτοι για να τους αιφνιδιάσουμε».
«Μα...αυτό είναι αλήθεια;»
«Παραμύθια, αν θες να μάθεις τη γνώμη μου, αλλά δυστυχώς λίγοι είναι εκείνοι που θα ήθελαν να μάθουν τη γνώμη μου».
Η Έλενα έμεινε για λίγο σιωπηλή καθώς προσπαθούσε να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις που περνούσαν με ταχύτητα από το μυαλό της. «Τι πιστεύεις ότι θα γίνει;», ρώτησε τελικά.
«Μια καταστροφή», απάντησε ο καθηγητής.
«Δηλαδή θα χάσουμε τον πόλεμο;»
«Αυτό δεν μπορώ να το γνωρίζω, αλλά έτσι κι’ αλλοιώς θα καταστραφούμε».
«Μπορείς να μου το εξηγήσεις αυτό;»
«Αν χάσουμε, θα μπουν οι Κένταυροι στη χώρα μας και θα την κατακτήσουν. Νομίζω ότι μπορείς να καταλάβεις ότι αυτό θα είναι καταστροφή».
«Ναι, αλλά... αν νικήσουμε;»
«Πρώτα πρώτα θα είμαστε ανήθικοι και κατάπτυστοι εισβολείς, γιατί θα έχουμε επιτεθεί σε μια χώρα που ποτέ δε μας πείραξε και δε μας έφταιξε σε τίποτε. Ακόμη και αν κερδίσουμε τον πόλεμο, πολλά από τα παλληκάρια που αποτελούν το στρατό μας θα σκοτωθούν και οι μανάδες τους θα τους κλαίνε. Όπως θα σκοτωθούν και πολλοί αθώοι Κένταυροι. Ύστερα, ακόμη και αν νικήσουμε, χάνουμε μια ειρήνη αιώνων. Μέχρι σήμερα ο λαός μας ζούσε ήσυχα και ειρηνικά, χωρίς να φοβάται τίποτε. Τώρα θα ζούμε πάντα με το φόβο. Τα παλληκάρια θα είναι αναγκασμένα να πηγαίνουν στον πόλεμο. Θα βρισκόμαστε συνέχεια σε πολέμους. Και κάποια στιγμή, κάποτε, θα έρθει η μέρα που θα χάσουμε κάποιο πόλεμο και οι εχθροί μας θα έρθουν να μας κατακτήσουν. Και να εκδικηθούν για όσα θα τους έχουμε κάνει μέχρι τότε».
Η Έλενα έμεινε πάλι αμίλητη. Τα μάτια της είχαν γίνει γκριζοκόκκινα. «Είναι τρελός», ψιθύρισε στο τέλος, «και κάποιος πρέπει να τον σταματήσει».
«Σε αυτό, καλή μου πριγκίπισσα, μπορώ να πω ότι συμφωνούμε απόλυτα».
«Τι μπορούμε να κάνουμε;»
«Εσύ τίποτα. Ξέρω ότι είσαι μία μεγάλη και έξυπνη πριγκίπισσα», συμπλήρωσε βιαστικά βλέποντάς την έτοιμη να εκραγεί, «αλλά δεν μπορείς να κάνεις τίποτε για να εμποδίσεις το βασιλιά και το μάγο του να πετύχουν τα σχέδιά τους. Μπορείς όμως να σκεφτείς: ποιοι είναι οι μόνοι που θα μπορούσαν να τους εμποδίσουν;»
Η Έλενα ηρέμησε και σκέφτηκε για λίγο. Το πρόσωπό της ξαφνικά έλαμψε. «Η Σουπέρκα!», είπε. «Και η θεά Μίρα!» Ύστερα σκοτείνιασε πάλι. «Αλλά πως θα τις ειδοποιήσουμε;», μουρμούρισε. «Έχουν χρόνια να εμφανιστούν. Από τότε που... πήραν τη Μιράντα και τη Βικτωρία...»
Ο Ρουβίκωνας χαμογέλασε. «Εγώ μπορώ να τους στείλω μήνυμα, πριγκίπισσά μου. Έχω κάποιους... έμπιστους φίλους», συμπλήρωσε καθώς η Έλενα τον κοίταγε με απορία. «Και τώρα, θα με συγχωρήσεις αλλά πρέπει να πηγαίνω. Είναι ώρα να κοιμηθείς... και εγώ θα πρέπει να έχω κάποιες... συναντήσεις». Σηκώθηκε με κόπο και υποκλίθηκε, έσκυψε ελαφρά το κεφάλι δηλαδή, γιατί βαθύτερες υποκλίσεις είχαν συνήθως σαν αποτέλεσμα την ανατροπή του. «Καληνύχτα, πριγκίπισσά μου, και όνειρα γλυκά».
Η Έλενα συνόδεψε τον καθηγητή μέχρι την έξοδο, πήγε να καληνυχτίσει τη μητέρα της, που της φάνηκε πολύ χλωμή και αδυνατισμένη, και μετά ανέβηκε τη σκάλα που οδηγούσε στην κρεβατοκάμαρά της. «Αυτό είναι το δικό μου κρεβάτι», είπε μόλις μπήκε.
Η Μαρίκα γύρισε ανάσκελα και τεντώθηκε. «Είσαι ακόμα θυμωμένη μαζί μου;», ρώτησε.
«Και βέβαια είμαι θυμωμένη. Με γρατζούνισες».
«Μου πάτησες την ουρά».
«Το έκανα κατά λάθος!»
Η Μαρίκα γουργούρισε και άρχισε να γλείφεται. «Σου ζητώ συγνώμη, Έλενα. Ειλικρινά και με ταπεινότητα. Φίλες;»
Η Έλενα την κοίταξε μουτρωμένη. «Ειλικρινά, Μαρίκα; Γιατί δυσκολεύομαι να σε πιστέψω;» Ξαφνικά της χαμογέλασε. «Αλλά πως μπορώ να σου κρατήσω μούτρα; Έλα στην αγκαλιά μου».
Η Μαρίκα με δύο πήδους βρέθηκε από το κρεβάτι στην αγκαλιά της Έλενας και της έγλειψε το πρόσωπο. «Γι’ αυτό σε συμπαθώ, Έλενα. Γιατί μου μοιάζεις».
Η Έλενα κάθησε στο κρεβάτι και απίθωσε δίπλα της τη Μαρίκα. «Γιατί η καλύτερή μου φίλη να είναι μια γάτα;»
«Όχι οποιαδήποτε γάτα, Έλενα. Μια γάτα που μιλάει».
«Ναι, καλά. Μια γάτα που μιλάει. Σπουδαία τα λάχανα...»
«Η μοναδική γάτα που μιλάει, Έλενα. Είσαι ακόμα θυμωμένη μαζί μου...»
«Εντάξει, σου ζητώ συγνώμη. Η μοναδική γάτα που μιλάει. Μπορούμε τώρα να κοιμηθούμε;»
«Τι έχεις; Φαίνεσαι πολύ... σκεπτική, θα έλεγα».
«Είμαι ψόφια στην κούραση. Και ο γερο-Ρουβίκος μου είπε κάποια πράγματα που με προβλημάτισαν...»
«Μμμ... ένα είναι σίγουρο, Έλενα. Δεν θα ήθελα αυτή τη στιγμή να τα ακούσω. Καληνύχτα...»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου